Η Ενδομητρίωση είναι μία καλοήθης νόσος που αφορά κύρίως σε γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας. Πρόκειται για μια ασθένεια κατά την οποία τα κύτταρα του ενδομητρίου (ενδομήτριο: ιστός που επενδύει την εσωτερική κοιλότητα της μήτρας) αναπτύσσονται εκτός της μήτρας, σε διάφορα σημεία της κοιλιακής χώρας, όπως οι ωοθήκες, οι σάλπιγγες, οι ιερομητρικοί σύνδεσμοι της μήτρας, το έντερο, η ουροδόχος κύστη και οι ουρητήρες, ενώ λιγότερο συχνά παρουσιάζονται εστίες Ενδομητρίωσης στο διάφραγμα, το κοιλιακό τοίχωμα, τα νεύρα, ο πνεύμονας και αλλού.
Η Ενδομητρίωση είναι μία ορμονοευαίσθητη ασθένεια, επηρεάζεται κυρίως από τα οιστρογόνα γεγονός που δικαιολογεί τις εξάρσεις της ασθένειας κατά την αναπαρραγωγική ηλικία όπου τα οιστρογόνα είναι υψηλά αλλά και την ύφεσή της μετά την εμμηνόπαυση, όταν και τα επίπεδα των οιστρογόνων είναι χασμηλά.
Η παρουσία των έκτοπων εστιών προκαλεί τοπική φλεγμονώδη αντίδραση με αποτέλεσμα την παρουσία πόνου αλλά και την δημιουργία συμφύσεων μεταξύ των εμπλεκόμενων οργάνων.
Τα κυριότερα συμπτώματα των ανωτέρω κλινικών καταστάσεων είναι:
- Δυσμηνόρροια: έντονο κοιλιακό άλγος λίγο πριν και κατά την διάρκεια της περιόδου
- Δυσπαρεύνεια: άλγος κατά την σεξουαλική επαφή
- Υπογονιμότητα
- Διαταραχές της περιόδου, ιδίως στις περιπτώσεις με Αδενομύωση
- Δυσχεσία: άλγος κατά την αφόδευση ή παρουσία αίματος στα κόπρανα
- Δυσουρία: άλγος κατά την ούρηση ακόμα και αιματουρία
Σύμφωνα με έρευνες, στην πλειονότητα των περιπτώσεων μεσολαβούν περίπου 8 χρόνια από την εμφάνιση των πρώτων συμπτωμάτων μέχρι την διάγνωση, γεγονός που έχει και κοινωνικές προεκτάσεις, καθώς η κατάσταση αυτή επηρεάζει αρνητικά την υγεία, την ποιότητα ζωής, την σεξουαλικότητά και την γονιμότητά των γυναικών αυτών.